Η σύνοδος των G20 απέδωσε πολύ λιγότερα από τις προσδοκίες και τίποτα από όσα θα βοηθούσαν την παγκόσμια οικονομία στην παρούσα, όντως κρίσιμη, συγκυρία. Καμία πρόοδος δεν υπήρξε ούτε στο επίπεδο μιας παγκόσμιας δημοσιονομικής συνεννόησης ώστε οι πλεονασματικές χώρες να λάβουν μέτρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, ούτε στο επίπεδο των συναλλαγματικών ισοτιμιών με μέτρα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την άμβλυνση των παγκόσμιων ανισορροπιών. Στην πραγματικότητα η σύνοδος – πρωτίστως δε ο οικοδεσπότης της Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η γαλλογερμανική ηγεσία της Ευρωζώνης – παραδόθηκε ολοκληρωτικά στο πρόβλημα των δύο θεωρούμενων ως ‘απείθαρχων’ κρατών του ευρωπαϊκού Νότου: της Ελλάδας και της Ιταλίας.Αν πιστέψουμε όσα έγραφαν πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες το Σαββατοκύριακο, το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρόβλημα προσώπων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου και ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι είναι δυο αναξιόπιστοι πολιτικοί ηγέτες που υπαναχωρούν στις συμφωνίες τους με την Ευρώπη, θέτουν σε αναταραχή τις αγορές και σε κίνδυνο το ευρώ. Αυτή είναι η γραμμή που χάραξαν Μέρκελ και Σαρκοζί τις τελευταίες 10 μέρες, αυτή είναι η γραμμή που ακολούθησαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά έντυπα. Ανάμεσα στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας υπάρχουν, βέβαια, κάποιες ομοιότητες. Είναι αλήθεια ότι τόσο η κυβέρνηση Παπανδρέου όσο και η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι μετά το καλοκαίρι ουσιαστικά παρέπαιαν, καθώς είχαν κληθεί να προωθήσουν αλλαγές που δεν συγκέντρωναν την απαραίτητη συναίνεση μεταξύ των βουλευτών που τις στήριζαν ενώ οι ίδιες διέθεταν μικρή και υπό συρρίκνωση πλειοψηφία. Ωστόσο, ανάμεσα στις δύο χώρες υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ανέρχεται σε 1.94 τρις ευρώ. Είναι δηλαδή τόσο υψηλό που μπορεί εύκολα να αποσταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα, κακά τα ψέματα, αντιπροσωπεύει πολύ πιο μικρά μεγέθη.