Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατηγός Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατηγός Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Είμαστε εις το «εμείς» ....κ. Α. Σαμαρά όχι εις το "Εγώ".

Γιάννης Μακρυγιάννης ...."να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος"



[ Αντώνης Σαμαράς-ΑΧΕΠΑΝΣ ]

«Δεν θα επιτρέψω ποτέ, σε καμιά εγκληματική οργάνωση, να γίνει ρυθμιστής της πολιτικής μας ζωής» είπε πριν από λίγο ο πρωθυπουργός μιλώντας σε εκπροσώπους των AΧΕΠΑΝΣ, στο Μέγαρο Μαξίμου.

Σας άκουσα και δεν πίστευα στ' αυτιά μου....

Αυτό το -κατ' επανάληψη- "Εγώ σας" -ενικός, πρώτο πρόσωπο- δημιουργεί κ. Πρωθυπουργέ "αρνητικές σκέψεις" και προβληματισμό και ενδείξεις ....για εγωκεντρισμό, καθεστωτική νοοτροπία, αλαζονεία,  έλλειμμα δημοκρατίας ....όλα τούτα -μαζί με άλλα- είναι "κακό πράμα"  ....."να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος" .... "παρά μόνον όταν αγωνιστεί μόνος του" ....αυτά έλεγε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης!

Υπάρχουν και άλλοι κ. Σαμαρά στο Κόμμα και στην πολιτική -ζώντες και τεθνεότες- ....σ' αυτή την χώρα -ευτυχώς- δεν είστε τίποτε από μόνος σας ....εμείς ο λαός σας έχουμε Εκεί ....και σας ανεχόμαστε ....όταν τα όρια της ανοχής και της αντοχής μας τελειώσουν ....θα πάτε στο σπίτι σας, όπως τόσοι άλλοι πριν από εσάς ....πιο "σεμνά" -και δημοκρατικά- λοιπόν κ. Πρωθυπουργέ ....αλλότρια εξουσία -του λαού- διαχειρίζεσαι.

[ ΑΝΑΓΝΏΣΤΗΣ ]

[Είμαστε εις το «εμείς»]

Γιάννης Μακρυγιάννης

image347
να πράμα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί.

image348image349
Τάσσου, Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (ξυλογραφία)


http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-F113/323/2178,7997/

(Εστάλη από τον κύριο Γεώργιο Δ.)


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΣΕΡΑΦΕΙΜ: ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

1Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ απέστειλε την κάτωθι Ποιμαντορική Εγκύκλιο προς τον ευαγή κλήρο και τον φιλόχριστο λαό της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς για να αναγνωσθή κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

ΣΕ αυτήν αφού εξηγεί το μήνυμα που στέλνει ο Θεός στον άνθρωπο καταλήγει με μια προσευχή του Στρατηγού Μακρυγιάννη για τη Θεοτόκο! 

Ακολουθεί ολόκληρο το εόρτιο μήνυμα: 

ΕΟΡΤΙΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2014


Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
Συχνά ο Θεός ενεργεί μέσα στην ιστορία με τρόπο ξένο προς την ανθρώπινη λογική, με τρόπο που υπερβαίνει την ανθρώπινη προσμονή. Τούτο συμβαίνει και σήμερα, κατά την μεγάλη Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Πολλά τα θεία παράδοξα που συνοδεύουν, και κοσμούν, και λαμπρύνουν την παρούσα πανήγυρη.
Τι να ξεχωρίσει κανείς μεταξύ των πολλών; Τι να υπογραμμίσει κανείς από τα τόσα καίρια και σωτήρια;
Την παρουσία του Αρχαγγέλου ενώπιον της Παρθένου Κόρης;
Το παράδοξο άγγελμα της ασπόρου συλλήψεως;

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Η εθνική μας αυθυπαρξία και επιβίωση δεν θα κριθεί την Τετάρτη μέσα στη Βουλή αλλά έξω απο αυτήν !!!

Αύριο  το πρωί και μεθαύριο  το απόγευμα, θα  είναι η πρώτη φορά  στα μεταπολεμικά χρόνια, που η παρουσία  μας  στα συλλαλητήρια ή στις συγκεντρώσεις και ειδικά  σε εκείνη  έξω απο την Βουλή,θα κρίνει   το μέλλον  της πατρίδας.

Όλοι  ενωμένοι  χωρίς ηττοπάθεια και φόβο  θα  δώσουμε  με  ειρηνικό, δημοκρατικό  τρόπο και ελληνική αρχοντιά  την  μεγαλύτερη μάχη  και  πρώτα  ο Θεός  θα νικήσουμε , όπως νίκησαν  στις  3 του Σεπτέμβρη του 1843  οι  πρόγονοί μας , όταν χρειάστηκε  να  υπερασπιστούν  τη ζωή και την εθνική τους  αυθυπαρξία  όχι  απο τους  Τούρκους αυτή τη φορά , αλλά απο τις "προστάτιδες" δυνάμεις.

Και τότε μας βοήθησε και σήμερα  θα μας  βοηθήσει  ο Θεός  και θα  νικήσουμε,  για να ζήσουμε με αξιοπρέπεια και  ειρήνη σαν Έλληνες  και όχι  σαν  δουλοπάροικοι  ή   σαν  μαστουρωμένοι απο τις "δόσεις" ευρωγενίτσαροι.

 Ας διαβάσουμε  πριν  συναντηθούμε  κάτω  στην  πλατεία  την  προσευχή  του στρατηγού Μακρυγιάννη, έτσι , για να μαλακώσει  η καρδιά  μας και να ατσαλωθεί  το  Ορθόδοξο αγωνιστικό μας  φρόνημα , εκείνο δηλαδή που αποτίναξε  την  τυρρανία  των Βαυαρών, και που δυστυχώς  χάθηκε  στα μετέπειτα  χρόνια  όταν   ξεθώριασαν  απο την μνήμη  τα λόγια  και τα νοήματα της προσευχής:

H προσευχή του Στρατηγού Μακρυγιάννη


Μόσχος Λαγκουβάρδος (moschoblog ):Απ΄ το βιβλίο «Στρατηγού Μακρυγιάννη  Οράματα και Θάματα», Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Δημοσιεύεται  με την ευγενική άδεια του Εκδότη. Δυστυχώς δεν μπορώ να το γράψω με τόνους και πνεύματα όπως είναι στο βιβλίο! Μ.Ε.Λ.
Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του Θεού , της αϊα Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή και πάντα των αγίων και του αγίου Βασιλείου, να πρεσβέψει εις την παντοδυναμίαν του και εις την βασιλείαν του, να μας λευτερώσει τώρα εις το νέον έτος, να μας λευτερώσει από την κακία μας, από την διοτέλειά μας και από τα πάθη μας και από την επιβουλίαν των ξένων. 

Η παντοδυναμία σου είσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος , η αγαθότη σου είναι άβυσσος της θαλάσσης.
 Έλεος ζητώ, να μου καθαρίσεις την αμαρτωλή μου ψυχή και τα βρωμερά μου σπλάχνα και να μου δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη και πίστη καθαρά, να δυνηθώ να σε προσκυνήσω και να σε δοξολογήσω και να σε ευνογήσω με καθαρότης και να σε περικαλέσω, ο αμαρτωλός, δια της πρεσβείας της Θεοτόκος και των αγίων, να σώσει την ματοκυλισμένη μου πατρίδα και θρησκείαν και γενικώς τους τίμιους ανθρώπους, όσοι φέρνουν δοξολογίαν είς την παντοδυναμίαν σου και εις την βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα του παντός, να μας σώσεις, να μας λευτερώσεις από τα κοφτερά δόντια των γουρνόλυκων.

 Τρέχομεν εις το έλεός σου και εις την εσπλαχνίαν σου και της βασιλείας σου. 
Το έλεός σου ζητούμεν, οι αμαρτωλοί και οι αδύνατοι, οι ανάξιοι δούλοι σου και σκλάβοι σου.
 Συχώρησέ με , Κύριέ μου, οποί σε βάρυνα.
 Πού αλλού να τρέξω; 
Πού αλλού να τρέξομεν οι ανάξιοι δούλοι σου, πού αλλού οι αδύνατοι να βρούμεν δικιοσύνη, ποιός ποιμένας και πίτροπός σου έχει δικιοσύνη να δικιώσει το δίκιον του κάθε ανθρώπου; 
Θεέ του ουρανού και της γης και της θάλασσας. 
Σώσε μας, η παντοδυναμία σου, ότι χαθήκαμεν εδώ και εις την άλλη ζωή. 
Κύριε, με τί στόμα να σε περικαλέσουμεν, με τί μάτια να σηκώσουμεν να σε τηράξομεν και να περικαλέσουμεν το πανάγαθό σου όνομα και της βασιλείας σου; 
Κύριε, η παντοδυναμία σου επολέμησες, αγωνίστης, εσπαλχνίστης, η παντοδυναμία σου και η βασιλεία σου, και ανάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λιωμένους τόσες αιώνες, και τους πεθαμένους και λιωμένους και ολίγους και αδύνατους και αμαθείς, με δεμένα σκοινιά τα περισσότερα τουφέκια, και με χωρίς αναγκαία του πολέμου, ξιπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί τις περισσότερες φορές, και αντινέργειες των δυνατών, πενήντα χιλιάδες δεν ήμαστεν ποτές εις τον πόλεμον, στεριά και του πελάου, και ν’ αφανιστούν περίτου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι και ξένοι Τούρκοι, δύναμη δική μας ήτον, αντρεία δική μας ήταν, αρετή και πατριωτισμός δικός μας ήταν, ότι πατριωτισμόν και αρετή θυσιάζομεν. 

Και τώρα χερότερον είχαμεν, και τότε μας έσωσες, πανάγαθε Θεέ, μας ανάστησες και μας σώνεις κάθε στιγμήν και κάθε… από την διοτέλειά μας, από την χαμέρπειά μας, από την απιστία μας πωλούμεν, και την παντοδυναμίαν σου και την βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλούμεν. 

Καταπωλήσαμεν μέσα εις τις αγορές και σοκάκια δισκοπότηρα, ότι δεν ματαείχαμεν την ανάγκη τους να μεταλάβομεν, πουλήσαμεν τα πολυτίμητα ευαγγέλια και όλα τα γερά των ναών σου, και ζωντανά και τόπους, και κατακερματίσαμεν και τ’ άγια μοναστήρια και τις εκκλησίες, και τις φκιάσαμεν σπίτια, αχούρια και τα εξής. 

Ό,τι ανταμεβή ήβρες από τους Οβραίους, οπού ’ταν αλλόθρησκοι και σε σταύρωσαν, ήβρες και από εκείνους οπού κοπίασες και κοπιάζεις και ανάστησες και αναστήνεις, από τους ορθόδοξους χριστιανούς. 

Με τί πρόσωπον, Κύριέ μου, να παρουσιαστώμεν ομπρός σου, και με τί στόμα και γλώσσα να σε περιλέσουμεν και εις το εξής, οπού κιντυνεύομεν, οι αχάριστοι, οι διοτελείς, οι κακοί τεμπέληδες του κόσμου, οι προδότες και ασεβείς, κάθε γερόν πράμα! 
 Θεοτόκε, μητέρα του παντός, το καύκημα της παρθενίας, το καύκημα της αρετής και τα πάντα της αγαθότης, προστρέχομεν οι αμαρτωλοί, οι αδύνατοι, εις εσπλαχνίαν της αγαθότης σου, να λυπηθείς τους αθώους εκείνους οπού φέρνουν την αμαρτωλή τους προσευχή ’λικρινώς εις τον παντουργόν και εις την βασιλείαν του, εκείνους οπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι και γυμνοί, εκείνους οπού άφησαν χήρες και αρφανά, εκείνους οπού ’χυσαν το αίμα τους, κατά τον όρκον τους, ν’ αναστηθεί δια της δυνάμεως του Παντοκράτορα η σκλαβωμένη τους πατρίδα και να λαμπρυθεί ο σταυρός της ορθοδοξίας, και δι’ αυτόν τον όρκον αυτείνοι πέθαναν δι αυτείνη την πατρίδα και θρησκεία, και θυσίασαν και το έχει τους, και πολλών οι γυναίκες τους, τα παιδιά τους, οι συγγενείς τους διακονεύουν και ταλαιπωρούνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος οπού ζύμωσαν οι γονέοι τους και οι συγγενείς τους με το αίμα τους, και την γοδέρουν σήμερα και την τρώνε και την προδίνουν οι γουρνόλυκοι με τ’ ακονισμένα δόντια και οι σύντροφοί τους αυτεινών οι τοιούτοι. 

Θεοτόκο, μήτηρ του παντός, αυτούς τους αθώους να λυπηθείς, αυτούς τους γυμνούς και ταλαίπωρους.
 Αυτείνοι φέρνουν δοξολογίαν εις τον Θεόν και την βασιλείαν του. Να πρεσβέψεις εις την παντοδυναμίαν του ν’ αναστήσει πίσου τους γερούς του ναούς, τ’ άγια τα μοναστήρια οπού τρώγαν ψωμί οι δυστυχισμένοι, αφού αυτά όπου ζούσαν πολύ αδύνατοι από την ευλογίαν του Θεού και από τους κόπους των πατέρων, των καλογέρων – δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των μαναστηριών της ορθοδοξίας.
Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν. Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ΄ αυτά τα μοναστήρια γενόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι οι υπηρέτες των μαναστηριών και των εκκλησιών – τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το το Νιόκαστρο, και εις την Αθήνα. 
 Έλιωσαν αυτείνοι οι πατέρες, τώρα εις τα γερατειά τους βασανίζονται πολύ εις τους δρόμους. 

Θεοτόκο μου, να περικαλέσεις τον αφέντη μας και τον μονογενή σου ν’ αναστήσει πίσου αυτά, και τις άγιες εκκλησίες του, οπού κατακερματίσαμεν εμείς οι αχάριστοι και μας ήβρε η δίκια του οργή και της βασιλείας του, να τον περικαλέσεις, Θεοτόκο μου, να τα αναστήσει πίσου, και να σηκώσει τη δίκια του οργή οπού ’χει σε μας τους αχάριστους και να φέρει πίσου την ευκή του και την ευλογία του και της βασιλείας του, οπού την στερηθήκαμεν από την κακία μας και διοτέλεια μας και εγίναμεν η παλιόψαθα της κοινωνίας, και εγίναμεν καθώς φαινόμαστε ως την σήμερον.  
Το έλεός του είναι άβυσσος της θαλάσσης, και τους ανόητους εμάς και τους διοτελείς να μας ενώσει και να μας φωτίσει και να μας δώσει εις το εξής πατριωτικά αιστήματα δια την πατρίδα μας και θρησκεία μας, και πίστη καθερά να ’χωμεν εις τον παντουργό μας και εις την βασιλείαν του, να μας σώσει εδώ και εις την παντοτινή ζωή, να δώσει του γερατείου του ρήνη και ομόνοιαν , την ευκή του και την ευλογία του, και εις τους προκρίτους, τους ποιμένες, και γενικώς τον λαόν του, να ’ρθει πίσου η νεκρανάστασή του δια της ευλογίας του.  

Προστρέχομεν οι αμαρτωλοί, οι ανάξιοι δούλοι σου και οι σκλάβοι σου εις το έλεός σου και εις την εσπλαχνίαν σου και της βασιλείας σου. έλεος ζητούμεν, να μας δώσεις καθαρά σπλάχνα και καθαρά ψυχή, να δυνηθώμεν να σε προσκυνήσουμεν και να σε δοξολογήσουμεν μ’ εξ όλης καρδίας, ευεργέτη και προστάτη αληθινέ.»

Εστάλη από το φιλικό μας ιστολόγιο: http://klassikoperiptosi.blogspot.gr/

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ἐπίκαιρο χειρόγραφο τοῦ θρυλικοῦ Στρατηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης Ἰωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864)


 «Ὅταν μου πειράξουν τήν πατρίδα καί τή θρησκεία μου, θά μιλήσω, θά’ νεργήσω κι’ ὅ, τί θέλουν ἄς μου κάνουν»

Τότε, ἐκεῖ πού καθόμουν εἰς τό περιβόλι μου καί ἔτρωγα ψωμί, πονώντας ἀπό τίς πληγές, ὅπου ἔλαβα εἰς τόν ἀγώνα καί περισσότερο πονώντας διά τίς μέσα πληγές ὅπου δέχομαι διά τά σημερινά δεινά της Πατρίδος, ἦλθαν δύο ἐπιτήδειοι, ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, μισομαθεῖς καί ἄθρησκοι, καί μοῦ ξηγῶνται ἔτσι: «Πουλᾶς Ἑλλάδα, Μακρυγιάννη»;
Ἐγώ, στήν ἄθλιαν κατάστασίν μου, τούς λέγω: «Ἀδελφοί, μέ ἀδικεῖτε. Ἑλλάδα δέν πουλάω, νοικοκυραῖγοι μου. Τέτοιον ἀγαθόν πολυτίμητον δέν ἔχω εἰς τήν πραμάτειάν μου. Μά καί νά τό’ χά, δέν τό’ δινα κανενός. Κι’ ἄν πουλιέται Ἑλλάδα, δέν ἀγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τόν κόσμον ἐσεῖς λογιώτατοι, νά μήν θέλει νά ἀγοράσει κάτι τέτοιο».
Ἔφυγαν αὐτοί. Κι’ ἔκατσα σέ μίαν πέτραν μόνος καί ἔκλαιγα. Μισός ἄνθρωπος καταστάθηκα ἀπό τό ντουφέκι τοῦ Τούρκου, τσακίστηκα εἰς τίς περιστάσεις τοῦ ἀγώνα καί κυνηγιέμαι καί σήμερον. Κυνηγιῶνται καί ἄλλοι ἀγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι ἐγώ εἶμαι ὁ τελευταῖος καί ὁ χειρότερος. Καί οἱ πιό καλύτεροι ὅλων ἀφανίστηκαν.
Αὐτοί πού θυσίασαν ἀρετή καί πατριωτισμόν, γιά νά εἰπωθεῖ ἐλεύτερη ἡ Ἑλλάδα κι’ ἐχάθηκαν φαμελιές ὁλωσδιόλου, εἶπαν νά ζητήσουν ἕνα ἀποδειχτικόν πού νά λέγει ὅτι ἔτρεξαν κι’ αὐτοί εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καί Τοῦρκο δέν ἄφηκαν ἀντουφέκιγο.
Πῆγε να΄’ νεργήσει ἡ Κυβέρνηση καί βγῆκαν κάτι τσασίτες καί σπιγοῦνοι, πού δουλεύουν μίσος καί ἰδιοτέλεια, καί εἶπαν «ὄχι». Καί εἶπαν καί βρισιές παλιές διά τούς ἀγωνιστές. Γιά νά μήν πάρουν τό ἀποδειχτικόν, ἕνα χαρτί πού δέν κάνει τίποτες γρόσια.
Πατρίδα νά θυμᾶσαι ἐσύ αὐτούς ὅπου, διά τήν τιμήν καί τήν λευτερίαν σου, δέν λογαρίασαν θάνατο καί βάσανα. Κι’ ἄν ἐσύ τούς λησμονήσεις, θά τούς θυμηθοῦν οἱ πέτρες καί τά χώματα, ὅπου ἔχυσαν αἵματα καί δάκρυα.
Θεέ, συχώρεσε τούς παντίδους, πού θέλουν νά μᾶς πάρουν τόν ἀγέρα πού ἀναπνέομεν καί τήν τιμήν πού μέ ντουφέκι καί γιαταγάνι πήραμε. Ἐμεῖς τό χρέος, τό κατά δύναμιν, ἐπράξαμεν. Καί αὐτοί βγῆκαν σήμερον νά προκόψουν τήν Πατρίδα. Μᾶς γέμισαν φατρία καί διχόνοιαν. Καί τήν Πατρίδα δέν τήν θέλουν Μητέρα κοινή. Ἀμορόζα εἰς τά κρεβάτια τους τήν θέλουν. Γι’ αὐτό περνοῦν καί ρεθίζουν τόν κόσμον μέ τέχνες καί καμώματα.
Καί καζαντίσαν αὐτοί πουγγιά καί ἀγαθά καί ἀφήκαν τούς ἀγωνιστές, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά εἰς τήν ἄκρην. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀνθρώπινοι λύκοι, πού φέραν δυστυχήματα καί κίντυνον εἰς τόν τόπον. Ἄς ὄψονται.
Τότε πού ἡ Τουρκιά ἐκατέβαινε ἀπό τά ντερβένια καί ὀλίγοι ἔτρεχαν μέ ὀλίγα ντουφέκια, μέ τριχιές δεμένα, νά πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ἤ θάνατον, οἱ φρόνιμοι ἀσφάλιζαν τίς φαμελιές τους εἰς τά νησιά κι’ αὐτοί τρέχαν εἰς ρεματιές καί βουνά, μή βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ ὅταν ἀκοῦγαν τά ντισμπάρκα τῶν Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους τήν Πατρίδα καί κυνηγοῦν τούς ἀγωνιστές.
Ἐγίναμε θηρία πού θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ἀνθρωπινά νά χορτάσουν. Καί χωρίζουν τόν κόσμον σέ πατριῶτες καί ἀντιπατριῶτες. Αὐτοί γίναν οἱ σημαντικοί τῆς Πατρίδος καί οἱ ἄλλοι νά χαθοῦν. Δέν ξηγιῶνται γλυκότερα νά φυλάξωμεν Πατρίδα καί νά δοῦμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δέν φτιάχνεται χωρίς οὖλλοι νά θυσιάσουν ἀρετήν καί πατριωτισμόν. Καί χωρίς νά πάψει ἡ μέσα, ἡ δική μας τυραγνία.
Καί βγῆκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορά τῆς ἐβραιουργιᾶς, πού εἶπαν νά μᾶς σβήσουν τήν Ἁγία Πίστη, τήν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιά δέν μᾶς θέλει μέ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καί ἐκάθησα καί ἔκλαιγα διά τά νέα παθήματα. Καί ἐπῆγα πάλιν εἰς τούς φίλους μου τούς Ἁγίους. Ἄναψα τά καντήλια καί ἐλιβάνισα λιβάνιν καλόν ἁγιορείτικον.
Καί σκουπίζοντας τά δάκρυά μου τούς εἶπα: «Δέν βλέπετε ποῦ θέλουν νά κάμουν τήν Ἑλλάδα παλιοψάθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοί οἱ μισοέλληνες καί ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν ἔχομεν. Φραγκεμένους μᾶς θέλουν τά τσογλάνια τοῦ τρισκατάρατου τοῦ Πάπα. Μήν ἀφήσετε, Ἅγιοί μου αὐτά τά γκιντί πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νά μασκαρέψουν καί νά ἀφανίσουν τούς Ἕλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά ἀπό αὐτά πού καταδέχθηκεν ὁ Τοῦρκος ὡς τίμιος ἐχθρός μας».
Ἕνας δικός μου ἀγωνιστής μοῦ ἔφερε καί μοῦ διαβασεν ἕνα παλαιόν χαρτί, πού ἔγραψεν ὁ κοντομερίτης μου Ἅγιος παπάς, ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Τόν ἐκρέμασαν εἰς ἕνα δέντρον Τοῦρκοι καί Ἑβραῖοι, διότι ἔτρεχεν ὁ εὐλογημένος παντοῦ καί ἐδίδασκεν Ἑλλάδα, Ὀρθοδοξία καί Γράμματα.
Ἔγραφεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος ὅτι: «Ἕνας ἄνθρωπος νά μέ ὑβρίσει, νά φονεύσει τόν πατέρα μου, τήν μητέρα μου, τόν ἀδελφόν μου καί ὕστερα τό μάτι νά μοῦ βγάλει, ἔχω χρέος σάν χριστιανός νά τόν συγχωρήσω. Τό νά ὑβρίσει τόν Χριστόν μου καί τήν Παναγία μου, δέν θέλω νά τόν βλέπω».
Τό χαρτί τοῦ πατέρα Κοσμᾶ ἔβαλα καί μοῦ τό ἐκαθαρόγραψαν. Καί τό ἐκράτησα ὡς Ἅγιον Φυλαχτόν, πού λέγει μεγάλην ἀλήθειαν. Θά πῶ νά μοῦ γράψουν καλλιγραφικά καί τόν ἄλλον ἀθάνατον λόγον του, «τόν Πάπαν νά καταράσθε ὡς αἴτιον». Θέλω νά τό βλέπω κοντά στά’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ἀνάξιοι λέγουν ὅτι ἄν τά φτιάξουμε μέ τόν δικέρατον Πάπαν, θά ὀλιγοστέψουν οἱ κίντυνοι, τά βάσανα καί ἡ φτώχειά μας, τρομάρα τους.
Καί εἶπαν οἱ ἄθρησκοι πού ἐβάλαμεν εἰς τόν σβέρκο μας νά μή μανθάνουν τά παιδιά μᾶς Χριστόν καί Παναγίαν, διότι θά μᾶς παρεξηγήσουν οἱ ἰσχυροί. Καί βγῆκαν ἀκόμη νά’ ποτάξουν τήν Ἐκκλησίαν, διότι ἔχει πολλήν δύναμη καί τήν φοβοῦνται. Καί εἶπαν λόγια ἄπρεπα διά τούς παπάδες.
Ἐμεῖς, μέ σκιάν μας τόν Τίμιον Σταυρόν, ἐπολεμήσαμεν ὁλοῦθε, σέ κάστρα, σέ ντερβένια, σέ μπογάζια καί σέ ταμπούργια. Καί αὐτός ὁ Σταυρός μᾶς ἔσωσε. Μᾶς ἔδωσε τήν νίκη καί ἔχασε (ὁδήγησε σέ ἥττα) τόν ἄπιστον Τοῦρκον. Τόση μικρότητα στόν Σταυρό, τόν σωτήρα μας!
Καί βρίζουν οἱ πουλημένοι εἰς τούς ξένους καί τούς παπάδες μας, τούς ζυγίζουν ἀναντρους καί ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τούς παπάδες τούς εἴχαμε μαζί εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καί δυστυχίαν. Ὄχι μόνον διά νά βλογᾶνε τά ὄπλα τά ἱερά, ἀλλά καί αὐτοί μέ ντουφέκι καί γιαταγάνι, πολεμώντας σάν λεοντάρια. Ντροπή Ἕλληνες!
*****************
Σήμερα πού τό γένος δυνοπαθεῖ ἀνεβαίνοντας τόν δικό του Γολγοθά, αὐτόν πού τοῦ σχεδίασαν ἑλληνόφωνοι σταυρωτῆδες, αὐτά τά μίσθαρνα ὄργανα τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ καί τῆς κάθε λογῆς «Λέσχης» καί Στοᾶς, «Ὅσοι ζωντανοί» ἄς βρισκόμασθε σέ ἐγρήγορση στίς ἐπάλξεις τοῦ Ἔθνους μας ἔχοντας κατά νοῦ τήν ρήση τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου:  «Τό δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὐτ' ἐμόν ἐστίν, οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτη. Κοινή γάρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί, οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἠμῶν.»
  
Ὀδυσσέας   Τηλιγάδας

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης


 
Μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτου
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης
Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ Β' Έκδοση 1984


          Αδελφέ Μακρυγιάννη,

     Σου μιλάω σαν σε ζωντανό φίλο και αδελφό εν Χριστώ. Γιατί πιστεύω πως ζεις στον κόρφο του Θεού, όπως έλεγες. Τώρα, βέβαια, τα έμαθες όλα. Όταν ήσουνα εδώ, χάρη στην πίστη και τη χριστιανική ζωή σου, εγνώριζες ελάχιστα. Τώρα βλέπεις την ανθρώπινη ματαιότητα και το σκοτάδι του κόσμου με τέλεια γνώση. Και κατανοείς πλήρως τι σημαίνει ο λόγος του Χριστού: «όλος ο κόσμος κείται εν τω πονηρώ». Βλέπεις ότι το σατανικόν έρεβος έχει κατακαλύψει τα πάντα και μονάχα όσοι με συνέπεια πι-στεύουν και ζουν εν Χριστώ, κατορθώνουν σε κάποιο μέτρο να φωτίζωνται από την αλήθεια του Θεού.

Υπήρξες πιστός Ορθόδοξος, στο βαθμό που προσδιόριζαν διάφοροι παράγοντες: φυσική καταβολή, ανατροφή, περιβάλλον, παιδεία, συνθήκες, προαίρεση. Και αναδείχτηκες αληθινός δούλος του Θεού, τέκνο πιστό της Εκκλησίας, παραδοσιακός Έλληνας. Σε εγνώρισα πριν τρεις μήνες. Και θαύμασα την ευσέβειά σου, την πίστη σου, την ευθύτητα σου, τη γνώση σου, την εντιμότητά σου, τη σωφροσύνη σου, την αγάπη σου στον Θεόν και τον πλησίον, τη λεβεντιά σου, την αυτοθυσία σου, την επιμονή σου στις προσευχές, την υπομονή σου στους τρομερούς πειρασμούς σου, την ευχαριστία σου στον Κύριον κατά το παρατεταμένο μαρτύριο των αθεράπευτων τραυμάτων σου, των ανοικτών σου πληγών.

Και πήρα απόφαση να σε προβάλω για υπόδειγμα ελληνορθόδοξου βίου. Όλα σ' εσένα ήταν διαφορετικά, ήσουνα το κάτι άλλο. Ο Θεός που προγνωρίζει προαιωνίως τα πάντα, φαίνεται ότι έρριξε βλέμμα ιλαρό στην ύπαρξή σου, γιατί προείδε την αγαθή πρόθεσή σου. Και οικονόμησε τα πάντα για τη ζωή σου με τη θεϊκήν εύνοια του.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Ένας Έλληνας ο Μακρυγιάννης



   ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ...
Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

         ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ συνοικία του Μακρυγιάννη την ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι. Τη δράση του αγωνιστή του '21, του πρωτεργάτη της Γ' Σεπτεμβρίου και του κατάδικου των στρατοδικείων του Όθωνα, την ξέρουν όσοι μελέτησαν τα χρονικά της Επανάστασης και της βαυαροκρατίας. Είναι όμως λιγοστοί εκείνοι που πρόσεξαν πως ο Μακρυγιάννης μας άφησε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο -την ιστορία της ζωής του- ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος.

Πίστευα πάντα πως θα βρισκότανε κάποια ευκαιρία να του δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου. Κατά παράξενη σύμπτωση, την ευκαιρία μου τη δίνετε σεις· μου τη δίνει το ελληνικό στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής· μου τη δίνουν οι Έλληνες της Αιγύπτου. Σε μια στιγμή που κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα από την καταιγίδα και πέρα από την πλατιά στροφή που κάνει στα χρόνια μας η ιστορία του κόσμου -ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει ένα κρυφό νόημα σαυτή τη σύμπτωση. Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες· όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια -είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:
«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω ταμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463).

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Στρατηγός Μακρυγιάννης προς ΠΑΣΟΚ:”Εχουν 153 κιότες, θα πάνε για 180 ψηφους;”


Ο Σεφέρης θεωρούσε ότι ο Μακρυγιάννης θα ήταν ο μεγαλύτερος νεοέλληνας πεζογράφος, «αν δεν υπήρχε ο Παπαδιαμάντης».

Από το βάθος των αιώνων λοιπόν ο Αχιλλεύς, ο Αλέξανδρος, ο Λεωνίδας με την γραφίδα του Μακρυγιάννη δίνουν πληρωμένη απάντηση και στους Γερμανούς, αλλά και στους δικούς μας πράσινους Γερμανοτσολιάδες.

Την απάντηση που θα έδινε ένας Ελληνας Πρωθυπουργός. Ενας …. Ελληνας Πρωθυπουργός!


Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

“Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν” – Στρατηγός Μακρυγιάννης


Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου.
Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο». Έφυγαν αυτοί.