Ἀφιερωμένο σ΄ ἐκείνους πού τό ἔγραψαν
μέ τό αἷμα τους καί τήν παληκαριά τους

{...} Ἐκείνη τήν Κυριακή τοῦ Ἀπρίλη ἡ Πολιτεία ξύπνησε ὅπως ξυπνάει ὁ ἄρρωστος πού εἶχε ἐφιάλτες ὅλη τή νύχτα. Τά μάτια καῖνε μά δέν δακρύζουνε. Τό κορμί φλέγεται ἀναστατωμένο κι ἀνήμπορο καί δέν ἔχει ἀγγιγμό. Ἡ Ἀθήνα τή μέρα τούτη δέν ἔβγαλε οὔτε τήν ἔντρομη κραυγή μιᾶς σειρήνας. Δέχτηκε βουβή, μέ κομμένη τήν ἀνάσα, τό φοβερό, σιδερόφραχτο Δράκο.
Στίς ὀχτώ τό πρωί οἱ πρῶτες σκονισμένες μοτοσικλέτες δέρνουνε τήν ἄσφαλτο στήν ὁδό Κηφησίας, στήν ὁδό Πατησίων, στήν Ἱερά ὁδό...
Στόν οὐρανό τῆς Ἀθήνας βογγοῦνε ὅλη μέρα τ΄ ἀεροπλάνα, τήν ἀκοή τή βασανίζει τό ραδιόφωνο καί τίς καρδιές δαγκώνει ὁ θάνατος. Ἡ Ἀθήνα δέν ἔχει σήμερα λαλιά. Εἶναι μονάχα μιά καρδιά πού χτυπάει τρελά, πού ματώνει. Τή λαλιά της τήνε βρῆκε ἀργότερα: Τούς τοίχους καί τά χωνιά.
{...} Καί σήμερα τή στιγμή πού μπαίνουνε οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα, ἡ Μαρίνα, ἡ Ἀνθή, ὁ Πέτρος ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα, κάθουνται στηλωμένα τά μάτια στό ραδιόφωνο, τά χέρια στά γόνατα, τή μιλιά κομμένη:Στίς ὀχτώ τό πρωί οἱ πρῶτες σκονισμένες μοτοσικλέτες δέρνουνε τήν ἄσφαλτο στήν ὁδό Κηφησίας, στήν ὁδό Πατησίων, στήν Ἱερά ὁδό...
Στόν οὐρανό τῆς Ἀθήνας βογγοῦνε ὅλη μέρα τ΄ ἀεροπλάνα, τήν ἀκοή τή βασανίζει τό ραδιόφωνο καί τίς καρδιές δαγκώνει ὁ θάνατος. Ἡ Ἀθήνα δέν ἔχει σήμερα λαλιά. Εἶναι μονάχα μιά καρδιά πού χτυπάει τρελά, πού ματώνει. Τή λαλιά της τήνε βρῆκε ἀργότερα: Τούς τοίχους καί τά χωνιά.
"Σήμερον τήν πρωίαν, εἰς τᾶς ὀκτώ, κατελήφθη ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν".
Εἶναι μιά κραυγή πού καταγράφει ἐπίσημα μέσα στούς αἰθέρες αὐτό πού τό ζήσανε ἴσαμε τώρα σταγόνα, σταγόνα σ΄ ὅλο του τό σπαραγμό, σ΄ ὅλες τίς λεπτομέρειες. Καί τούς βάνει ξανά τό μαχαίρι στήν ἀνοιχτή τους πληγή.
Εἶναι μιά κραυγή πού καταγράφει ἐπίσημα μέσα στούς αἰθέρες αὐτό πού τό ζήσανε ἴσαμε τώρα σταγόνα, σταγόνα σ΄ ὅλο του τό σπαραγμό, σ΄ ὅλες τίς λεπτομέρειες. Καί τούς βάνει ξανά τό μαχαίρι στήν ἀνοιχτή τους πληγή.











